Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

Η βιβλιοθήκη μας ως πηγή έμπνευσης .....ευχαριστούμε την Κυρία Γκούσια-Ριζου Μαρία .Διαβάστε το εξαιρετικό διήγημα της.






Καραβάκια από χαρτί
 
Στο Kαφέ της Iτιάς παλιά παίζαμε κρυφτο- κυνηγητό. Τα φυλούσα εκεί,  ακουμπώντας ανοιχτές παλάμες στον κορμό κι έκλεινα τα δικά της μάτια. Στην αρχή ο κορμός ήταν στενός όσο ο λαιμός ενός μπουκαλιού. Ύστερα, πήρε τ’ απάνω του και τώρα έστησε γύρω του γαϊτανάκι με καρέκλες.  Πολύχρωμα μαξιλαράκια στο πεζούλι, φαναράκια φρουροί στις γωνίες για τα βράδια. Ξένοι που έρχονται στο καταμεσήμερο του καλοκαιριού, στο χωριό μας, τη Ραψάνη, σπρώχνουν προς τα πίσω νωχελικά τις πλάτες απ’ τις καρέκλες τεντώνοντας το σώμα για να φωτογραφηθούν απ’ τον ίδιο τον ήλιο.  
Η φίλη μου η Αφροδίτη, δούλευε εδώ από τις αρχές του καλοκαιριού. Έτσι τρεμουλιαστά που συνήθως σέρβιρε τον καφέ, έχανε πολύ απ’ το καϊμάκι του και  εγώ σκεφτόμουν ότι λεφτά θα έμπαιναν στην τσέπη της. Αυτό έγινε μόνο δύο εβδομάδες γιατί τώρα είναι στο σουβλατζίδικο, βοηθός κουζίνας. Δε λέμε πολλά μεταξύ μας, αλλά φίλη τη λέω.  Αυτή ξεμπέρδεψε με το σχολείο κι εγώ προσπαθώ. Σ’ ένα χρόνο από τώρα θα είμαι  κι εγώ στην ουρά για δουλειά. Μόνο μη με ρωτήσει κανείς τι θέλω να κάνω. Δεν το ξέρω κι είναι σοβαρό και κακό μαζί στα μάτια των άλλων.
Πολλά έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια στο χωριό. Οι  πέτρες στο σοκάκι έχουν μαυρίσει απ’ τα λάστιχα των αυτοκινήτων που αγκομαχούν ν’ ανεβούν στην ανηφόρα  ψάχνοντας να παρκάρουν κοντά στην πλατεία. Καινούρια μαγαζιά άνοιξαν στη θέση των παλιών, τα περισσότερα από νέους. Το σχολείο έκλεισε, αφού δεν είχε παιδιά κι όλη τη χρονιά πηγαινοερχόμασταν με το πούλμαν στο διπλανό χωριό. Ο Δήμος άνοιξε τη Βιβλιοθήκη κι αυτή με τη σειρά της έφτιαξε ένα σωρό προγράμματα.
Το χειμώνα, όλα έχουν το χρώμα της κουρελούς. Ξαναέβγαλαν τα ρούχα που φορούσαν απ’ τα νιάτα τους οι παππούδες. Μιζέρια μας μάζεψε γύρω απ’ το τραπέζι της κουζίνας περισσότερες ώρες. Τα καλοκαίρια όμως ανασαίνουν και τα χαμόσπιτα της κάτω γειτονιάς  απ’ την κλεισούρα. Τίποτε δεν κοστίζει η αλλαγή. Χύνεται σαν υγρό απορρυπαντικό στις ζωές μας.
Το μόνο πράγμα που μ’ ενδιαφέρει είναι να βρω κάτι να κάνω τις ατέλειωτες  ώρες της ημέρας. Κάτι με νόημα βρε παιδί μου. Δε θέλω να παίζω σαν τέλεια κουρδισμένο μουσικό όργανο. Δεν έχω ιδιαίτερες σχέσεις με τη μουσική. Κάτι που να έχει νόημα για μένα θέλω κι όχι απαραίτητα για τους υπόλοιπους στην οικογένεια. Προς το παρόν, μονότονες επαναλήψεις οι μέρες κι άπειρες οι απωθήσεις.
Ο λεβεντόκορμος πατέρας με το πείσμα και την αντοχή, ζάρωσε σαν τσαλακωμένο χαρτί. Οι καιροί τον έβαλαν σε μεγάλους μπελάδες. Η μάνα μου ποτέ δεν παραπονιέται. Ούτε την κατάλληλη στιγμή, όταν δηλαδή πάει για καφέ στο σπίτι της γειτόνισσας την ίδια πάντα ώρα για μια ζωή και κανείς από μας δεν την ακούει. Οι θέσεις που κάθονται στο παλιό καθιστικό, δίπλα στο παράθυρο, έχουν βουλιάξει σαν μια λιμνούλα που χωρά συγκεκριμένες βάρκες. «Βάρκα γιαλό περπατάς» την πειράζει ο πατέρας κι αυτή λιμνάζει στα αβαθή.
Σε σύγκριση με τον αδελφό μου, εγώ κάθομαι τις περισσότερες ώρες στο σπίτι κι αφού κάνω δουλειές απ’ αυτές του εξόφθαλμου καθήκοντος, αυτές που πρέπει να μάθουν τα κορίτσια και που ποτέ δε γίνονται μ’ ευχαρίστηση, κρύβομαι στο δωμάτιο που πρώτα χρησιμοποιούσαμε για πλυσταριό και τώρα είναι καταδικό μου. Οι παραδοσιακοί οικογενειακοί καυγάδες, μ’ αφήνουν αδιάφορη. Μερικές φορές πιάνω τον καρπό μου για να διαπιστώσω ότι όλα πάνε καλά μ’ εμένα, παρά την ατονία και την αφοπλισμένη ματιά μου.
Η μάνα λέει ότι τα μάτια μου είναι σαν τα πετράδια της θάλασσας όταν τα βρέχει το κύμα. Πράσινα με κίτρινο, τόσο όσο να τα κάνει να έχουν ενδιαφέρον. Εμένα πάλι, αν είναι κάτι που νομίζω ότι καμία από τις φίλες μου δεν έχει, είναι που μ’ αρέσει να μιλάω λίγο και να τους κοιτάζω όλους σαν να τους βλέπω για πρώτη φορά.  Ψάχνω το άλλο μισό όλων. Πότε είναι το κομμάτι πίττας που έχει αφήσει φεύγοντας ο αδελφός μου για το σχολείο, πότε το μισό πακετάκι με τις σκιές ματιών της φίλης μου, πότε η άλλη μισή αλήθεια. Τη μισή μου καρδιά πάντως, την κρατά ενέχυρο ο Αχιλλέας.
Τον πρόσεξα όταν προσπαθούσε να βάλει μπροστά το μηχανάκι του πατέρα του δίπλα στο σπίτι μας. Όλη την υπόλοιπη μέρα, ονειρευόμουν βόλτες μαζί του σ’ ανήλια μέρη. Ξέρω κάποια που κανείς δε θα μπορούσε να μας βρει. Ήταν, κι ακόμη είναι, δύσκολο να ξεφύγεις, να κρυφτείς, όταν ζεις στο χωριό. Η μάνα με είχε προειδοποιήσει ότι όχι μόνο οι τοίχοι κι οι αστρέχες έχουν αυτιά, αλλά κι αυτά τα ίδια τα κορφοβούνια.  Ύστερα μου ‘ρθε στο μυαλό που πέρυσι έπιασαν πίσω από τους θάμνους τον άντρα της κυρα- Θοδώρας να φιλιέται με τη γυναίκα που τους βοηθούσε να καθαρίζουν τα δύσκολα και βρώμικα του σπιτιού τους, όταν γύρισαν για παραθέριση στο χωριό.
«Ρεζίλι έγινε με τη Βουλγάρα» έλεγε και ξανάλεγε η μάνα φτύνοντας στον κόρφο της αηδιασμένη.  Εμένα πάλι δε μου έκανε τόση εντύπωση κι απ’ ό,τι πρόσεξα ούτε του πατέρα. Δεν κρατούσα ημερολόγιο και τέτοια. Επικίνδυνα πράγματα. Αν δεν τα ‘βρισκε η μάνα μου που όλη την ώρα ανακατεύει το σπίτι για πλάκα, στα σίγουρα ο μικρός μου αδελφός θα το ’χε βάλει αποστολή να με ξεσκεπάσει στα μάτια της. Για κάποιο λόγο νομίζει ότι είμαι η χαϊδεμένη τους. Δεν είναι καθόλου έτσι. Κι αν θέλω να προσδιορίσω πότε ακριβώς άρχισε η κάτω βόλτα στις σχέσεις με τους γονείς μου, θα ‘παιρνα όρκο ότι ήταν τότε που πήγα για πρώτη φορά να τους βοηθήσω με τ’ ακτινίδια στον κάμπο και μ’ έπιασε αλλεργία. Το μάτι τους γυάλισε. Ξυνόμουν για μέρες και πλήρωσαν κι από πάνω για γιατρό και φάρμακα, όπως είπαν.
 Μια φορά είχα κατέβει και στην Αθήνα με την Αφροδίτη. Μείναμε στο σπίτι του αδελφού της που σπουδάζει εκεί. Τότε ήταν που κόλλησαν πάνω μου σαν αλλόκοτη ταπετσαρία τόσες διαφορετικές εικόνες. Για γέλια και για κλάματα. Ακόμα θυμάμαι εκείνον τον ταξιτζή που μας πήγαινε στο σπίτι. Πρώτος ξεκίνησε την κουβέντα γιατί απ’ τα μεταξύ μας μισόλογα σίγουρα κατάλαβε ότι ήμασταν στραβάδια. Μιλούσε μονότονα για τον προηγούμενο επιβάτη. «Τι σας είπε;» ρώτησε επιφυλακτικά η φίλη μου. «Μου είπε να τον πάω στον Ν. Κόσμο». «Στον άλλο κόσμο»; επανέλαβα φανερά ξαφνιασμένη.
Για ν’ αποφύγω την αγωνία μιας άσκοπης αναμονής, κι ενώ η ζέστη των ημερών μας κάνει όλους να περπατάμε σαν υπνωτισμένοι,  βγάζω από την αχρηστία την κάρτα της Βιβλιοθήκης που έχει γραμμένο τ’ όνομά μου. Φαγώθηκαν οι άκρες του πλαστικού μέχρι να τη χρησιμοποιήσω. Και τώρα όμως την κάνει τη δουλειά της. Επέμενε σ’ αυτό ο  κύριος Τάσος,  που μιλούσε τα λόγια με τόση προσοχή που θύμιζε μηχανή του κιμά. Περασμένες οι λέξεις δυο φορές για να λεπτύνει τους τρόπους του. Παλιός δάσκαλος και τώρα μελετητής της ημέρας, όπως λέει όταν έρχεται στο σπίτι μας για να κουβεντιάσει με τον πατέρα.
Πάνω που ετοιμαζόμουν να περάσω τα σκαλιά της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, έμαθα ότι η Αφροδίτη έφυγε για την Αθήνα χωρίς να με χαιρετήσει. Γράφτηκε σε ιδιωτική σχολή και είναι σίγουρα αποφασισμένη να γυρίσει πίσω φτασμένη επιχειρηματίας. Δεν ξέρω πού έχει διδαχθεί την αμφιβολία και πού βρίσκει τόπο να ριζώσει τις αποφάσεις της. Η καρδιά μου λέει ότι πέρα από το ίδιο το γεγονός, τα αισθήματά της παραμένουν ίδια για μένα κι ας μην τα έκλεισε στο σχήμα κάποιων γνωστών λέξεων.
Διασχίζω το διάδρομο κι ανεβαίνω τη σκάλα που οδηγεί στον πρώτο όροφο του κτηρίου. Κάτω η αστυνομία, πάνω η Βιβλιοθήκη. Σα να πιάνεις άκρες που δε μοιάζουν και τις δένεις φιόγκο για να βγει κάτι καλύτερο. Με προσπερνά χωρίς να προσέξει την ανησυχία μου. Πίσω του σκορπά στριφτά χαρτάκια χαρτομάντιλου. Ψηλότερος κοντορεβιθούλης, σκέφτομαι. Από καθαρή δειλία δε μιλώ. Με κοιτά με συμπάθεια κι αυτό είναι αρκετό. Αρχίζω να πιστεύω ότι ο ποταμός μέσα μου συμπεριφέρεται σαν έφηβος που ψάχνει να βρει τον εαυτό του. Όταν κάπως ησυχάζει, προσέχω ότι το φουστάνι μου έχει τα χάλια του. Προλαβαίνω να τεντώσω την πλάτη και να σκιτσάρω ένα χαμόγελο στο πρόσωπο μέχρις ότου η  κυρία Ευανθία, η βιβλιοθηκονόμος, αρχίσει την ξενάγηση.
Πού να φανταστώ ότι ο Αχιλλέας, εκτός από το να επισκευάζει μηχανές έχει σχέσεις και με τη Βιβλιοθήκη! Αναθάρρησα. Πρέπει ν’ απαντήσω σε τόσα γιατί κι ήρθε ο καιρός από κάπου να ξεκινήσω. Δεν ξέρω πώς σφήνωσε η απόφαση στο μυαλό μου. Νομίζω ότι ήταν χθες που περνούσα έξω από το Καφέ της Ιτιάς κι εκεί που πήγαινα σκυφτή κάτι σα θεία φώτιση μου σκέπασε τα μάτια. Καλά λέω, τα σκέπασε. Αλλιώς δεν εξηγείται πως όταν γύρισα σπίτι ήμουν άλλος άνθρωπος. Τυφλός άνθρωπος. Τώρα θα ξεκινούσα απ’ την αρχή. Βήμα βήμα. Πόρτα πόρτα. Κάποια θ’ άνοιγε έστω και με κλωτσιές.
Το πρωί , όταν ξυπνάω, ξέρω πώς θα είναι η μέρα μου. Όχι σαν τους άλλους που όλη την ώρα λένε ότι δε ξέρουν τι τους ξημερώνει. Ενώ κάθομαι στην καρέκλα της βιβλιοθήκης μέχρι να φέρει κάτι για την «περίπτωσή μου» η κυρία Ευανθία, βλέπω σημειωμένο σ’ ένα κίτρινο χαρτάκι που έχει στον υπολογιστή της, ότι αυτό που έχω  εγώ – τα συμπτώματα του ακίνητου μυαλού σ’ ένα κόσμο σταθερά υπερόπτη –είναι, λέει, ίδιο με το θάνατο.
«Στα όρη στ’ άγρια βουνά» επαναλαμβάνω από μέσα μου και κουνιέμαι γιατί άλλο ξεμάτιασμα δεν ξέρω.
Στην αρχή δεν καθόμουν στις φαρδιές δερμάτινες πολυθρόνες, δύο όλες κι όλες που υπάρχουν στο χώρο. Τώρα, μένω όλο και πιο πολύ στη Βιβλιοθήκη και δε βολεύομαι στις καρέκλες. Τεντώνω τα πόδια μου ευθεία μπροστά σαν να θέλω να τ’ ακουμπήσω στο γραφείο του ποιητή Ι.Τ. Χρυσοχόου στο τέλος του δωματίου. Όλα τα προσωπικά του αντικείμενα τριγύρω. Οι φωτογραφίες, τα γυαλιά, το ελληνο-αγγλικό λεξικό από το 1907, ο Συνέκδημος και το Λειτουργικόν.  Αυτό μένει όταν πεθάνει κανείς. Η διαδρομή της μεταμόρφωσης από κάμπια σε πεταλούδα. Το νέο σχήμα. Δίπλα στο γραφείο του δωρητή και ποιητή, τα μικρότερα παιδιά έχουν φτιάξει «Το δέντρο της βιβλιοθήκης της Ραψάνης». Χειροτεχνία σε λευκό χαρτόνι με πράσινα φύλλα τεντωμένη πάνω στο καβαλέτο. «Σε ισορροπία όλα εδώ μέσα», λέω με ανακούφιση κι αφοσιώνομαι  πάλι πεισματικά στις σελίδες, κάποιες φορές μόνο σε μία.
Όσες φορές συναντώ τον Αχιλλέα στη Βιβλιοθήκη, βάζει σε σειρά τη μουσική σε χαρτί. Αυτό του αρέσει. Πάλι καλά που δε γράφει το έπος της σιωπής. Εγώ μόνο τα καλοκαίρια έχω διάθεση να τραγουδώ. Για την ηλικία μου και το μέρος που ζω, δε μ’ αρέσουν τα κλαρίνα, κάτι που ακούγεται φάλτσα στ’ αυτιά των περισσοτέρων φίλων μου. Προτιμώ άλλες γλώσσες, άλλες μουσικές. Γράφει νότες, κάτι διαβάζει, κι άλλες φορές χτυπά ρυθμικά τις πατούσες του στο ξύλινο πάτωμα, χωρίς κανέναν εξωτερικό ήχο. Τον θαυμάζω.
Όταν είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι σκέφτομαι όλο και πιο δύσκολα πράγματα. Ο εαυτός σε χίλιους ρόλους. Σ’ άλλες καταστάσεις που όλα αντέχονται. Έχω  αφηνιάσει πραγματικά. Με παρηγορεί πάντα η σκέψη ότι για τις κλειστές πόρτες υπάρχει κάπου ένα κλειδί. Είναι θέμα χρόνου. Με τη βοήθεια του υπολογιστή αρχίζω να φτιάχνω λίστες. Τις ταξινομώ και τις ονοματίζω. Ξέχασα να πω ότι είναι όλα γραμμένα στον ενικό. Ό,τι άλλο πέσει στην αντίληψή σας, είναι από συνήθεια. Μια λίστα για τα όνειρα, μια για τις καινούριες πληροφορίες και μία για προσωπικές σημειώσεις. «Αυτό μάλιστα», μονολογώ. Εδώ ούτε ο μικρός δε θα μπορεί –τουλάχιστον για λίγο- να χώσει τη μύτη του.  Φτιάχνω ένα πλάνο, που λέει κι ο κύριος Τάσος. Έχει όλα τα μισά των άλλων και τις ολοκαίνουριες δικές μου σκέψεις.  Σ’ αυτές ποντάρω.
Αγγίζω τ’ αντικείμενα. Χαζεύω τις ζωγραφιές των παιδιών στην άλλη άκρη της αίθουσας. Οι πρόσφατες χειροτεχνίες τους κρέμονται απ’το ξύλινο πλαγιαστό ταβάνι. Σπάγγος και μανταλάκια. Εκεί να μείνουν. Κρυφά κοιτώ απ’ το παράθυρο τις κορυφές του Κισσάβου. Άπιαστες μεριές. Απάτητες. Στην πλατεία, το  κρασί διαδέχεται το τσίπουρο. Γουλιά γουλιά μπαίνει το ‘να  στ’ άλλο ερωτοτροπώντας στο ίδιο σώμα. Στο χωριό μας εμπνεύστηκε ο Καραγάτσης. Εδώ τριγυρνούσε ως πνεύμα ανήσυχο, στην ησυχία της πλαγιάς, στον ίσκιο απ’ το καραγάτσι. Το πρώτο κείμενο που αρχίζω να ξεφυλλίζω είναι το «Νερό της βροχής» γιατί αυτό βρίσκεται προτεινόμενο με έμφαση. Το περιστοιχίζουν χάρτινα καραβάκια διπλωμένα με ακρίβεια και σε διάταξη στόλου. Μπροστά τους, στο ίδιο ξύλινο τραπέζι, καλοσχηματισμένες πέτρες και σκουρόχρωμα κουκουνάρια. «Ωραίο χαρτί διάλεξαν για τα καραβάκια», σκέφτηκα όταν είδα τις νότες πάνω τους. Η μουσική ταξιδεύει με φόρα προς το εσωτερικό της βιβλιοθήκης. Η καρδιά μου κάνει μόνο τον κοινό κρότο.
 «Τι γράφει; Λέει τίποτα;» ψιθύρισε ο Αχιλλέας όταν τελικά πήρε θάρρος με τα πολλά και με πλησίασε.  «Μη βιάζεσαι» του λέω. «Είμαι ακόμη στη μέση. Θέλω λίγο χρόνο ακόμη». Το στομάχι μου αρχίζει ξαφνικά ένα απαίσιο γουργουρητό κι ασυναίσθητα βάζω τα χέρια μου πάνω του μήπως ησυχάσει. Σκάμε στα γέλια και τα πνίγουμε με τις χούφτες, κίνηση που έχω αντιγράψει με επιτυχία από τον αδελφό μου στις ώρες της μεγάλης του σκανδαλιάς.
Δεν άργησε να κυκλοφορήσει η φήμη ότι η ζωή μου στη Βιβλιοθήκη έχει πάρει άλλη τροπή. Χειρότερο κι απ’ το ρετσίνι η φήμη για τα καλά και τ’ ανάποδα.  Κάποια γειτόνισσα είπε στη μάνα μου για τους κινδύνους του Ίντερνετ κι αυτή πιστεύει ότι μόνο αυτό κάνω όσο είμαι εκεί. «Πρόσεχε την κατηφόρα» μου είπε κουνώντας το κεφάλι με νόημα. Το δικό της πάντα. Ευτυχώς ο κύριος Τάσος είχε κρύψει ένα σημείωμα μέσα στο βιβλίο που άφησε για μένα όσο έλειπα. Εκείνος μιλά για ευθείες και περηφάνια.
Ο Αχιλλέας μου είπε να το σκεφτώ με την ησυχία μου. «Το τελευταίο μεγάλο βήμα», όπως επαναλαμβάνει τις τελευταίες μέρες. Κάθομαι κοντά στην Ιτιά, τώρα που οι άλλοι απολάμβαναν τη ζάλη της μέθης και κλώθονται στα δροσερά σεντόνια. Στην παραζάλη κι εγώ. Οι θεωρίες γι’ αποφάσεις δε μου είπαν μέχρι σήμερα πώς παίζεται το παιχνίδι.  Καταλαβαίνω όμως ότι τα κριτήρια για ν’ αποφασίσω οτιδήποτε, αλλάζουν σε βάθος. Υπολογίζω καλύτερα τις πιθανότητες να συμβούν πιο όμορφα πράγματα στη ζωή μου. Όπως και πολλοί άλλοι, αρνούμαι στην αρχή να το πιστέψω. Ύστερα ξεθαρρεύω και σχεδόν χαμογελώ.
Συμπληρώνω την αίτηση για εξ αποστάσεως μαθήματα δημιουργικής γραφής. «Πώς έγινε τόσο ξεκάθαρη ξαφνικά η ατμόσφαιρα; Κι ο Νώε είχε ελαττώματα, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να σωθεί» λέω για να ελαφρύνω μια σπιθαμή. Αύριο κιόλας θα μιλήσω στον κ. Τάσο κι εκείνος θα βρει πάλι τα λόγια όταν χρειαστεί» συμπληρώνω, διορθώνοντας μια τούφα απ’ τα μαλλιά μου που επιμένει να με κάνει να κοιτάω λοξά. Ο Αχιλλέας με περιμένει. Μαζί είμαστε πιο δυνατοί. Άφησα την κυρία Ευανθία να πληκτρολογεί επιστολές «προς πάσα κατεύθυνση, όπως λέει χαρακτηριστικά», για στήριξη του έργου της. Το ρολόι στην πλατεία δείχνει τρεις.
«Άντε γεια μας ένα τελευταίο», ακούγεται από μακριά.
Μ’ αρέσει ένα σπίτι που πουλιέται χρόνια. Βλέπει στη θάλασσα και το έχει φάει η αρμύρα. Μισοτελειωμένο, με τα παράθυρα να κοιτούν την αμμουδιά του Πλαταμώνα και τ’ άλλα μισά τον Όλυμπο. Εκεί θέλω να γράφω. Εκεί να διαβάζω. Ξέφτισε το πωλητήριο. Το όνειρό μου όχι.